Η γαστριμαργία
Η γαστριμαργία είναι δυνατόν να οριστεί ως την ακράτεια του στόματος και της κοιλίας. Το συγκεκριμένο πάθος εμφανίζει δύο κύριες μορφές:
α) μπορεί ν' αποβλέπει κατά βάση στην ποιότητα των τροφών, οπότε πρόκειται για την αναζήτηση εύγευστων και εκλεκτών εδεσμάτων, και την επιθυμία τα εδέσματα να προετοιμάζονται επιμελώς·
β)μπορεί ν' αποβλέπει κυρίως στην ποσότητα των εδεσμάτων και τότε πρόκειται για επιθυμία να τρώγει κάποιος πολύ.
Στην πρώτη περίπτωση είναι η ηδονή του στόματος και της γεύσης το κατεξοχήν ζητούμενο και επιθυμητό, στη δεύτερη περίπτωση πρόκειται γενικά για την ηδονή της κοιλίας και των οργάνων της πέψης. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις υπάρχει αναζήτηση ενός συγκεκριμένου τύπου σωματικής ηδονής· να γιατί η γαστριμαργία μπορεί να ταξινομηθεί μεταξύ των «παθών του σώματος».
Η γαστριμαργία, όμως, δεν προέρχεται άμεσα από τις ανάγκες του σώματος, μολονότι το σώμα εμπλέκεται άμεσα: απόδειξη τούτου αποτελεί το γεγονός ότι συχνά η επιθυμία υπερβαίνει την ανάγκη, ορισμένες φορές μάλιστα κατά πολύ, ιδιαίτερα στην περίπτωση της βουλιμίας (Ιωάννης Σιναϊτης, Κλίμαξ). Τούτο επιτρέπει να θεωρήσουμε τη γαστριμαργία και ως πάθος της ψυχής. Ο Ευάγριος εξάλλου την ονομάζει εμπαθή λογισμό, όπως άλλωστε και ο Αγιος Μάξιμος. Πράγματι, το σώμα παρεμβαίνει μόνο ως όργανο πραγμάτωσης της επιθυμίας της ψυχής (Συμεών Νέος Θεολόγος, Κατηχήσεις).
Δεν βρίσκει ερείσματα η άποψη, ότι η τροφή είναι ίσως καθεαυτή ακάθαρτη και κακή ή ότι η ίδια η λειτουργία της θρέψης ίσως περιλαμβάνει κάτι κακό, που οδηγεί στη θεώρηση της γαστριμαργίας ως πάθους. Όπως λέγει ο Χριστός, «ου το εισερχόμενον εις το στόμα κοινοί τον άνθρωπον» (Ματθ. 15, 11), ενώ και ο Απόστολος Παύλος διδάσκει: «παν κτίσμα Θεού καλόν, και ουδέν απόβλητον μετά ευχαριστίας λαμβανόμενον» (Α' Τιμ. 4, 4). Η απέχθεια προς τις τροφές καθεαυτές ως κακών πραγμάτων θα ήταν «και επικατάρατον και δαιμονιώδες όλον», προσδιορίζει ο Αγιος Διάδοχος Φωτικής και προσθέτει: «Το από πάντων των παρατιθεμένων ή κιρνωμένων εσθίειν και πίνειν ευχαριστούντας τω Θεώ ουδαμώς τω κανόνι της γνώσεως μάχεται· "πάντα γαρ καλά λίαν"» (Γεν. 1, 31).
Το πάθος λοιπόν της γαστριμαργίας δεν έγκειται στην τροφή καθεαυτή ή την ποιότητά της, αλλ' εντοπίζεται στο συγκεκριμένο τρόπο της χρήσης της, όπως δείχνει ο Αγιος Γρηγόριος ο Μέγας γράφοντας ότι το κακό δε βρίσκεται στην τροφή, αλλά στον τρόπο απορρόφησης και κατάποσής της· να γιατί είναι εντελώς δυνατό να τρώγει κάποιος εκλεκτά εδέσματα χωρίς να διαπράττει κάποιο πταίσμα, ενώ η κατάποση πολύ πιο λιτών τροφών ενδεχομένως τον βαρύνει με πταίσμα.
Ωστόσο, το πάθος δεν εντοπίζεται ούτε και στην ίδια την πράξη λήψης τής τροφής, αλλά στον κύριο σκοπό και το στόχο τής πράξης, όπως έχει προσδιοριστεί από τον άνθρωπο. Το πάθος έγκειται στην συγκεκριμένη διάθεση του ανθρώπου έναντι της τροφής και της διατροφής/θρέψης, πιο συγκεκριμένα μάλιστα στην από μέρους του διαστροφή τής φυσικής εντελέχειας αυτών.
Πράγματι, η τροφή έχει δοθεί από το Θεό στους ανθρώπους με συγκεκριμένο σκοπό. Συνιστά διαστροφή στη χρήση των τροφών και κακή χρησιμοποίησή τους να τις θέτει ο άνθρωπος στην υπηρεσία άλλων σκοπών. Ο άνθρωπος σέβεται τη φυσική σκοπιμότητα των τροφών και της θρέψης όταν τρέφεται εξ ανάγκης, για να συντηρήσει ή να προφυλάξει τη σωματική ζωή του και για να διατηρήσει ή να ανακτήσει την υγεία του· κάνει όμως παρά φύση χρήση της τροφής και της θρεπτικής λειτουργίας όταν τις χρησιμοποιεί ως μέσο απόλαυσης και ηδονής.
Η γαστριμαργία λοιπόν δεν έγκειται στην επιθυμία αυτής της ίδιας της τροφής, αλλά στην επιθυμία της ηδονής, που μπορεί ν' απολαύσει κάποιος με την κατανάλωση της τροφής. Να γιατί η κατάχρηση, που συνιστά το πάθος δεν περιορίζεται μόνο στη διατροφή πέρα από το σημείο που είναι ακριβώς απαραίτητο για την κάλυψη της χρείας του σώματος, αλλά εκτείνεται και στην αναζήτηση της ηδονής στα πλαίσια του αναγκαίου [ποσού τροφής].
Με το πάθος τής γαστριμαργίας, ο άνθρωπος πραγματώνει το κακό: αναζητώντας την απόλαυση στην τροφή, μετακινεί και τοποθετεί την επιθυμία τής τροφής και της ηδονής, που ακολουθεί την κατανάλωσή της, πριν από την επιθυμία του Θεού· εγκαταλειπόμενος λοιπόν στη σαρκική ηδονή, αποστρέφεται και στερείται της ηδονής των πνευματικών αγαθών, που γι' αυτόν είναι ανώτερα.
Η γαστριμαργική διάθεση κατά βάθος είναι ειδωλολατρική: οι άνθρωποι που παραδίνονται σ' αυτή έχουν «θεόν την κοιλίαν» κατά τη φράση τού Αποστόλου Παύλου (Φιλιπ. 3, 19). «Θεός μεν γαρ αισθητός η κοιλία τοις γαστροίς ούσι δούλοις», παρατηρεί στη συνέχεια ο Αγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Πράγματι, μέσω αυτής, ο άνθρωπος προσφέρει θυσία στην κοιλία και το στόμα του αντί να θυσιάζει στο Θεό. Καθιστά κέντρο τής ύπαρξής του και ουσία τού είναι του την αίσθηση της γεύσης και τις θρεπτικές λειτουργίες και κατά κάποιο τρόπο υποδουλώνεται σ' αυτές. Ανάγει την τροφή σε αντικείμενο σημαντικής μέριμνας και μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις σχεδόν αποκλειστικά, και κατά συνέπεια αμελεί αυτό που όφειλε να τον ενδιαφέρει και να τον απασχολεί πρωταρχικά, ακόμη και αποκλειστικά.
Τη λατρεία που οφείλεται μόνο στο Θεό την αποδίδει στη γαστριμαργία· σ' αυτή μετακινεί και μεταφέρει τις επιθυμίες του, των οποίων ο Θεός αποκλειστικά έπρεπε να είναι το αντικείμενο. Μέσω του πάθους του, η τροφή αποκτά αξία καθεαυτή και χρησιμεύει στην αισθητή ηδονή αντί να θεωρείται δώρο του Θεού και να υπηρετεί το δοξασμό Αυτού που τη δημιούργησε. Στο σημείο αυτό και πάλι εντοπίζεται η απομάκρυνση από τη φυσική εντελέχεια, που είναι επίσης η ευχαριστία προς το Θεό.
Ο ίδιος ο Χριστός αποκαλύπτει τη σκοπιμότητα και μας δίνει το παράδειγμα της φυσιολογικής διάθεσης και στάσης, όταν ευχαριστεί τον Πατέρα πριν μοιράσει την τροφή στα πλήθη που Τον περιβάλλουν (Ματθ. 15, 36· Μάρκ. 8, 6· Ιωάν. 6, 11.23). Ο δε Απόστολος Παύλος επιβεβαιώνει σαφέστατα ότι ο Θεός δημιούργησε τις τροφές για να λαμβάνονται «μετά ευχαριστίας» (Α' Τιμ. 4, 3), συμβουλεύοντας το δέον: «Είτε ουν εσθίετε είτε πίνετε είτε τι ποιείτε, πάντα εις δόξαν Θεού ποιείτε» (Α' Κορ. 10, 31).
Η γαστριμαργία συνιστά πραγματική διαστροφή από τον ουσιαστικό σκοπό τής τροφής, που είναι η ευχαριστιακή μετάληψή [Σ.τ.μ.: με την έννοια της κατανάλωσης] της· στο πάθος αυτό αντί ν' απολαμβάνουμε τα βρώματα «εν τω Θεώ» και το Θεό διαμέσου αυτών, θέλουμε να χαιρόμαστε τα βρώματα καθ' εαυτά, εκτός του Θεού. Αντί η χρήση των τροφών να λειτουργεί ως υπόβαθρο ανόδου του ανθρώπου προς τον Θεό, καταλήγει ν' αποτελεί φράγμα μεταξύ του γαστρίμαργου και του Θεού.
Ευχαριστώντας το Θεό για την τροφή που του παρέχει, ο άνθρωπος αγιάζεται και εξαγιάζει ιδιαίτερα τις λειτουργίες της θρέψης με τις οποίες έχει προικιστεί: τρέφεται κατ' αυτό τον τρόπο με το Θεό ταυτόχρονα με το ψωμί και συνεπώς η διατροφή του αποβαίνει διττά πηγή ζωής. Αγιάζει συγχρόνως τις τροφές που εισάγει στο σώμα Του (Α' Τιμ. 4, 5), και διαμέσου των βρωμάτων τον κόσμο, τον οποίο ενώνει με το Θεό, σύμφωνα προς την εκφρασθείσα βούληση του ιδίου στον πρώτο άνθρωπο. Αντίθετα, η γαστριμαργία χωρίζει από το Θεό τον άνθρωπο και από αυτόν τα υπόλοιπα δημιουργήματα. Αντί ν' αποκαλύπτουν το Θεό, αντί να διαπερνώνται από τις ενέργειές Του, να υπηρετούν τη δοξολογία του Θεού και τη θέωση του ανθρώπου, οι τροφές γίνονται εμπόδιο, και για τον άνθρωπο και για τον κόσμο, στη συνάντηση με το Θεό, εξαιτίας του προπατορικού αμαρτήματος. Παύουν λοιπόν να είναι πηγή της ζωής, καθώς διακόπτεται η σύνδεσή τους με την πηγή της Ζωής, αφού χάνουν την πνευματική εντελέχειά τους με τη διαστροφική χρήση τους από τον άνθρωπο. Τελικά αποβαίνουν γι' αυτόν αρχή του θανάτου, έστω κι αν
πιστεύει ότι εξασφαλίζει τη ζωή του μ' αυτές (Ισαάκ Σύρος, Λόγος).
Υπό το φως των συγκεκριμένων θεολογικών και ανθρωπολογικών παρεπόμενων το πάθος της γαστριμαργίας εμφανίζεται σοβαρότερο απ' όσο θα μπορούσε να φαίνεται με μια πρώτη ματιά. Ορισμένοι Πατέρες μάλιστα φθάνουν στο σημείο να βλέπουν σ' αυτό την πηγή του προπατορικού αμαρτήματος (Ιωάννης Σιναϊτης, Κλίμαξ – Ιωάννης Κασσιανός, Conlationes – Καλλίνικος, Βίος Υπατίου – Ισαάκ Σύρος, Λόγος – Nil Sorsky, Regle). Πραγματικά, τρώγοντας από τον καρπό του δέντρου, το οποίο ο Θεός τού είχε απαγορεύσει ν' αγγίξει, ο Αδάμ θέλησε ν' απολαύσει έξω από το Θεό το βρώμα αυτό, το οποίο συμβολίζει και αντιπροσωπεύει τον αισθητό κόσμο καθολοκληρία (Μάξιμος Ομολογητής, Προς Θαλάσσιον). Η γαστριμαργία από την αρχική της έκφανση, εκφράζει σαφώς ότι απεργάζεται μια διάσπαση, ένα χωρισμό του ανθρώπου από την κοινωνία του με το Θεό και σημαίνει την απώλεια της θείας κοινωνίας για τον άνθρωπο, και για τον κόσμο συνολικά μέσω αυτού.
Η βαρύτητα του πάθους αποκαλύπτεται επίσης μέσα από το γεγονός ότι είναι ένας από τους τρεις πειρασμούς που ο Διάβολος υποβάλλει στο Χριστό μέσα στην έρημο (Ματθ. 4, 3). Με την αντίστασή του και την απόκρουση του πειρασμού, ο Χριστός, ο Νέος Αδάμ αποκαθιστά την κοινωνία που ο πρώτος Αδάμ είχε διακόψει μεταξύ ανθρωπότητας και Θεού και, επομένως, μεταξύ κόσμου και θεότητας. Με την αντίθεσή του στο διάβολο, με το βιβλικό λόγο «ουκ επ'
άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος, αλλ' επί παντί ρήματι εκπορευομένω δια στόματος Θεού», ο Χριστός επιστρέφει στον άνθρωπο το αληθινό κέντρο του. Δε λέγει να μη τρέφεται ο άνθρωπος με ψωμί, αλλά δείχνει την αναγκαία σχέση την οποία οφείλει να διατηρεί με το Λόγο. Καταγγέλλει και ακυρώνει τους διαχωρισμούς και την ειδωλολατρία, που το αμάρτημα είχε εισαγάγει και θεραπεύει την ανθρώπινη φύση που είναι το θύμα της αμαρτίας. Επιτέλους απελευθερώνει την ανθρωπότητα από την τυραννία, στην οποία ο διάβολος με τη μεσολάβηση του συγκεκριμένου πάθους, την οδήγησε να υποταχθεί μετά το παράπτωμα των προπατόρων.
Οι άγιοι ασκητές παρατηρούν καταρχήν ότι η ασωτία στις τροφές και τα ποτά (όποια κι αν είναι αυτά) στερούν το νου από την ενέργεια (Βασίλειος Καισαρείας, Όροι κατά πλάτος. Ομιλία περί νηστείας) και την οξύτητα, τον βαραίνουν, τον βυθίζουν σε κατάσταση σκότους (Ισαάκ Σύρος, Λόγος 26), χαύνωσης, αναισθησίας και ύπνου, συνέπειες που αντανακλώνται στην ψυχή καθολοκληρία. Μια τέτοια κατάσταση δυσχεραίνει την πτήση του νου προς τα πνευματικά, τον εμποδίζει να διεξάγει τον ασκητικό αγώνα όπως πρέπει, δυσκολεύει την προσευχή (Ευάγριος, Περί Προσευχής - Ισαάκ Σύρος, Λόγος 26), γίνεται πρόξενος ακηδίας (Ισαάκ Σύρος, Λόγος 34) και εξασθενεί τον άνθρωπο σημαντικά.
Η παράχρηση της τροφής και του ποτού προκαλεί επιπλέον, όπως επισημαίνουν οι Πατέρες, «την ταραχήν των λογισμών» η οποία ρυπαίνει και στιγματίζει την ψυχή.
Αναπόφευκτα η γαστριμαργία ανοίγει την πόρτα σ' ένα πλήθος παθών και τα αναπτύσσει γι' αυτό το λόγο οι Πατέρες έφθασαν στο σημείο να τη θεωρούν ως μητέρα όλων των παθών και πηγή όλων των κακών. Η γαστριμαργία,εισάγει κυρίως και αμεσότερα στο πάθος της πορνείας.
Η θεραπευτική της γαστριμαργίας: Η εγκράτεια
Η θεραπευτική ενέργεια που αποσκοπεί στην ίαση του ανθρώπου από τα πνευματικά νοσήματά του, καλείται πρωτίστως να καταγίνεται με το πάθος της γαστριμαργίας για δύο λόγους: αφενός μεν γιατί το συγκεκριμένο πάθος είναι το πιο αδρό και πρωτόγονο, αφετέρου δε γιατί η νίκη πάνω σ' αυτό αποτελεί, σε μεγάλο βαθμό, προϋπόθεση για την επιτυχή έκβαση του αγώνα και εναντίον των υπόλοιπων. Γι' αυτό και ο Αγιος Γρηγόριος Μέγας γράφει ότι κανένα δεν μπορεί ν' αποκτήσει πλεονέκτημα στον πνευματικό αγώνα, αν έχει κυριαρχήσει πάνω του ο εχθρός με την (τεχνητή) απόκρυψη [Σ.τ.μ.: Δηλαδή το καμουφλάζ] των γαστρονομικών επιθυμιών. Είναι απάτη να θέλεις να δώσεις μάχη εναντίον δυνάμεων που απέχουν πολύ, πτοείσαι και τα χάνεις από αυτές που είναι εντελώς δίπλα σου [...]. Ωρισμένοι που αγνοούν ποια τακτική ν' ακολουθήσουν στον αγώνα τους παραθεωρούν (το) να νικήσουν τη γαστριμαργία τους και ρίχνονται απερίσκεπτα στους πνευματικούς αγώνες: δεν εγκαταλείπουν μερικές φορές την πραγμάτωση σημαντικών στόχων που απαιτούν ισχυρό χαρακτήρα, αλλά κυριευμένοι από την κοιλιοδουλία, τα θέλγητρα της σάρκας τούς οδηγούν στην απώλεια κάθε οφέλους που είχαν αποκομίσει με θάρρος και καρτερία.
1) Μελετώντας το πάθος της γαστριμαργίας, είδαμε ότι συνίσταται κυρίως στην επιθυμία των εδεσμάτων, όχι με στόχο τη θρέψη αλλά την ηδονή που προσφέρουν και μάλιστα, [ότι] αυτή επιζητείται είτε με το τέχνασμα της ποσότητας είτε με την πρόφαση της ποιότητας. Το γεγονός όμως αυτό και στις δύο περιπτώσεις αποτελεί αληθινή διαστροφή της θρεπτικής λειτουργίας και μάλιστα μεταστροφή της εντελέχειάς της. Η θεραπευτική της γαστριμαργίας και η απόκτηση της αντίστοιχης αρετής, δηλ. της εγκράτειας, με άλλα λόγια, στη λήψη της τροφής αποκλειστικά «δια την χρείαν», δηλαδή με μοναδικό σκοπό την εξασφάλιση και τη στήριξη της ζωής και τη διατήρηση ή την αποκατάσταση της σωματικής υγείας, αποφεύγοντας αφενός μεν κάθε αναζήτηση αισθητής ηδονής αφετέρου δε κάθε υπερβολή σε αναφορά με την αυστηρή ανάγκη.
Η θεραπευτική της γαστριμαργίας και η εφαρμογή της εγκράτειας δεν θα έπρεπε λοιπόν να (περι)ορίζονται (σε) ως μία καθαρή και απλή αποχή από την τροφή. Δεν πρόκειται να μισήσουμε την τροφή, αλλά μόνο τις εμπαθείς επιθυμίες, τις σχετικές προς αυτή.
Ο αγώνας εναντίον τού πάθους επαληθεύεται κυρίως με την απάρνηση της αισθητής ηδονής που το υποκινεί και το τρέφει. Η αποποίηση αυτή πραγματώνεται κατά πρώτο λόγο με την αποφυγή της «συνάντησης» μαζί του σε ειδικές, έκτακτες περιπτώσεις και με την άρνηση της επιζήτησης των ευχάριστων εδεσμάτων (ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Διδασκαλία, ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ). Η δυσκολία όμως έγκειται στο γεγονός ότι η ηδονή είναι φυσικά συνδεδεμένη με τη θρεπτική λειτουργία. Πρέπει λοιπόν να καταβάλλουμε σκληρή προσπάθεια, όπως συμβουλεύει ο Αγιος Γρηγόριος ο Μέγας, ώστε ν' αποσυνδέσουμε την ηδονή της ανάγκης και να μη την επισυνάψουμε στην πρώτη μορφή (ηδονής).
Στο σημείο αυτό είναι προφανές ότι το αληθινά βλαβερό δεν είναι η ηδονή καθεαυτή αλλά η αναζήτησή της
και η προσκόλληση στα στοιχεία που συνιστούν το πάθος. Να γιατί ο Αγιος Ιωάννης Κασσιανός επισημαίνει ότι η απόλαυση που βρίσκουμε με φυσικό τρόπο στην τροφή δεν είναι ουσιαστικό κακό΄ αν δεν συνοδεύεται από την ακράτεια [...] ή κάποια άλλη κακία, δεν μπορούμε να πούμε ότι αποτελεί κακό. Στην κυριολεξία, λοιπόν, η εγκράτεια συνιστά, περισσότερο από την αποχή από την ηδονή, τη μη αναζήτηση και τη μη προσκόλληση σ' αυτή και βασικότερα την περιφρόνησή [Σ.τ.μ.: Με την έννοια να μην την προσέχουμε] της. Στο πνεύμα αυτό, ο Αββάς Ποιμήν συμβουλεύει: «Τρώγε χωρίς να τρως, πίνε χωρίς να πίνεις» (ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Συλλογαί διάφοροι, αιθιοπική).
Ο Αγιος Ιωάννης Κασσιανός παρατηρεί σχετικά ότι ο γενικός κανόνας που ακολουθείται σ' ό,τι αφορά την εγκράτεια είναι να τρώγουμε όσο χρειάζεται για να θρέψουμε το σώμα, όχι αρκετά όμως για να χορτάσουμε. Και αλλού σημειώνει, ότι η γνώμη των Πατέρων είναι επαρκώς τεκμηριωμένη και αποδεδειγμένη από την πείρα: μέτρο της εγκράτειας αποτελεί ο περιορισμός που επιβάλλεται στην ποσότητα της τροφής· και η τελείωση της συγκεκριμένης αρετής, στην οποία πρέπει να τείνουμε είναι η ίδια για όλους: να σταματήσουμε το φαγητό στην ποσότητα που μας χρειάζεται ώστε να στηρίζουμε το σώμα μας παραμένοντας ακόμη πεινασμένοι.
Η αποφυγή της βρώσης μέχρι κορεσμού συμβάλλει στον εξοστρακισμό της αισθητής ηδονής, της οποίας η αναζήτηση οδηγεί στην υπέρβαση των ορίων τού αναγκαίου (Πρβλ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΜΕΓΑΣ)· συντελεί επίσης στην παράκαμψη των ανεπιθύμητων επιπτώσεων στην ψυχική κατάσταση και στην υπερνίκηση των δυσκολιών που προβάλλονται στην πνευματική ζωή από την υπερβολικά άφθονη βρώση και πόση. Το να μη κορέσουμε την πείνα και τη δίψα επιτρέπει αντίστροφα, να επωφεληθούμε από ορισμένα θετικά αποτελέσματα της νηστείας, αν και στο σημείο αυτό δεν πρόκειται για τη νηστεία με την αυστηρή της σημασία (Πρβλ. ΔΙΑΔΟΧΟΣ ΦΩΤΙΚΗΣ, Λόγος ασκητικός). Ο Αγιος Ιωάννης Κασσιανός συνιστά κανείς [...] να μη τρώγει για την ικανοποίηση και τον κορεσμό. Πράγματι, δεν είναι μόνο η ποιότητα, αλλά επίσης και η ποσότητα των τροφών που εξασθενεί το σφρίγος της καρδίας, (επι)βαρύνει το νου όσο και το σώμα και υποδαυλίζει την καιομένη εστία των κακιών. Αυτό συμβαίνει, συνεχίζει ο Αγιος Κασσιανός, γιατί ο νους παραφορτωμένος από το φαγητό, αδυνατεί πλέον να τηρήσει τον κανόνα τής διάκρισης [...]· το υπερβολικό φαγητό τον κάνει να κλυδωνίζεται και να χάνει τη σταθερότητά του.
Tο ερώτημα αρχίζει από τη στιγμή που θα μάθεις πώς ορίζεται το μέτρο τού χρήσιμου και του αναγκαίου: πού σταματάει το αναγκαίο, πού αρχίζει η υπερβολή; Στις παρούσες συνθήκες επαφίεται στη συνείδηση του καθενός η αξιολόγηση περί του πρακτέου για την περίπτωσή του.
2) Μελετώντας το πάθος της γαστριμαργίας, είδαμε ότι ο παθολογικός του χαρακτήρας προκύπτει όχι μόνο από το γεγονός ότι συνιστά διαστροφή και παρά φύση χρήση της θρεπτικής λειτουργίας, αλλά επίσης και κυρίως από το γεγονός ότι εκτρέπει και απομακρύνει τον άνθρωπο από το Θεό. Είδαμε με ποιο τρόπο συνιστά κατά βάθος ειδωλολατρική στάση: ο άνθρωπος καθίστα τις λειτουργίες της γεύσης και της πέψης κέντρο της ύπαρξής του και την ικανοποίησή τους θέμα ενασχόλησης και μέριμνας. Και ορισμένες φορές μάλιστα τις ανάγει σ' ένα από τους βασικούς στόχους της ζωής του, δίνοντας σ' αυτές τη θέση που φυσικά πηγαίνει στο Θεό.
Η θεραπευτική της γαστριμαργίας δεν είναι δυνατόν να συνίσταται στο σημείο αυτό παρά μόνο στη μεταστροφή και την αλλαγή στη στάση ζωής που επιτρέπει στον άνθρωπο να δώσει και πάλι την πρώτη θέση στην επιθυμία τού Θεού και στην προσοχή του Θεού. Του δίνει τη δυνατότητα ν' αναγνωρίσει ότι ο Θεός αποτελεί γι' αυτόν το μόνο απόλυτο, τον μοναδικό αληθινό σκοπό της ύπαρξής του, Αυτόν στον Οποίο ανήκει «πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις», και ότι τα πνευματικά αγαθά που λαμβάνει από Αυτόν είναι τα μοναδικά που αρμόζουν αληθινά στη φύση του και είναι τέλεια. Να γιατί ο Αγιος Ιωάννης Κασσιανός λέγει ότι με την επιθυμία της τελειότητας ο άνθρωπος αγωνίζεται σκληρά για να μειώσει την ορμή της βρώσης. Προσδιορίζει ότι πραγματικά, ουδέποτε θα μπορέσουμε να περιφρονήσουμε την ηδονή των επίγειων βρωμάτων, αν ο νους μας δεν προσκολλάται στη θεία θεωρία και δεν βρίσκει την ευτυχία του μάλλον στην αγάπη της αρετής και το κάλλος των θείων βρωμάτων. Και ο Αγιος Βαρσανούφιος παρατηρεί ότι εκείνος που «τα άνω ζητεί, τα άνω φρονεί [και] τα άνω μελετά» «ου δύναται αυτόν λαθείν το πόσον δει εσθίειν», με άλλα λόγια δεν εκδηλώνει καμιά προσκόλληση ούτε εστιάζει την προσοχή του στην τροφή.
Με την ευχαριστία του στο Θεό για την τροφή που του παρέχει, ο άνθρωπος εκδηλώνει τις οφειλόμενες, τιμή και λατρεία στον ένα Θεό και έχει τη δυνατότητα να θέσει τέρμα στο πάθος. Ο άνθρωπος θεραπεύεται από το πάθος και ξαναβρίσκει την ενάρετη στάση ζωής με στροφή της διάθεσής του: παύει να θεωρεί την τροφή αυτόνομα και να τη θέτει στην υπηρεσία της δικής του ηδονής· τώρα πλέον τη θεωρεί «εν τω Θεώ», την αναφέρει σ' Αυτόν και Τον ευχαριστεί. Να γιατί, ο Απόστολος Παύλος συμβουλεύει: «Είτε ούν εσθίετε είτε πίνετε είτε τι ποιείτε, πάντα εις δόξαν Θεού ποιείτε». Μεταλαμβάνοντας λοιπόν των τροφών ο άνθρωπος, τις αγιάζει (πρβλ. Α' Τιμ. 4, 5), και διαμέσου αυτών, όλο τον κτιστό κόσμο που αντιπροσωπεύουν. Ταυτόχρονα και ιδιαίτερα αγιάζεται και ο ίδιος, και όχι μόνο εξαφανίζει το φράγμα που η γαστριμαργία έθετε ανάμεσα σ' αυτόν και το Θεό, αλλά ενώνεται ακόμη περισσότερο με το Θεό κάθε φορά που Τον ευχαριστεί.
Η γαστριμαργία και η πορνεία [...] πολλές φορές αφυπνίζονται, χωρίς να συμμετέχει η βούληση, αλλά με την υποκίνηση της σάρκας, που διεγείρει τις αισθήσεις· για να πετύχουν το στόχο τους όμως, χρειάζονται ένα εξωτερικό αντικείμενο και φθάνουν σε αποτέλεσμα με τη βοήθεια κάποιας ενέργειας του σώματος [...]. Ακριβώς επειδή ολοκληρώνονται με την αρωγή της σάρκας, τα δύο αυτά κακά απαιτούν ειδικότερα, πέρα από την πνευματική θεραπευτική της ψυχής και την εφαρμογή της εγκράτειας στο σώμα.
Η ανάγνωση της Αγίας Γραφής (ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ), και η μνήμη του θανάτου (ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ) αποτελούν πολύτιμα ενισχυτικά της θεραπείας. Και, όπως στην πάλη εναντίον όλων των υπόλοιπων παθών, η κατάνυξη της καρδίας διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο, καθώς, βέβαια και η προσευχή. Με την κατάνυξη, ο άνθρωπος κλαίει για τις πτώσεις του ενώπιον του Θεού, απεμπλέκεται από το πάθος και εκδηλώνει τη βούληση να το απαρνηθεί.
(Απόσπασμα από το βιβλίο «Η ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΤΩΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΩΝ ΝΟΣΗΜΑΤΩΝ: Εισαγωγή στην ασκητική παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας», JEAN CLAUDE LARCHET (*), ΤΟΜΟΣ Β’, Εκδόσεις «Αποστολική Διακονία», Μετάφραση: ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΟΥΛΑΣ)
|
![]() |
||||||||||||||||||||||||||
![]() |
![]() |
||||||||||||||||||||||||||